the most dazzling girl: Maria Beikou

Το πιρούνι του Ταρκόφσκι
Κατέβασαν βιαστικά τα πράγματα από το αυτοκίνητο, η ίδια έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα της. Απόγευμα Ιουλίου στο ωραιότερο σπίτι της Ελλάδας, η Μαρία Μπέικου κάθεται απέναντί μου. Με κοιτάζει, την κοιτάζω και η κουβέντα γρήγορα περνά στην ιστορία: όχι στη δική μου, που τέτοιες ώρες μοιάζει τυχερή. Στη δική της, στης Ελλάδας, στης Ρωσίας, στων ανθρώπων με πάθη, όπως και η ίδια.
«Τυχαίο; Δεν νομίζω», λέμε και γελάμε, αποκτώντας ένα δικό μας σλόγκαν που κολλούσε σε κάθε κουβέντα. Την ίδια ώρα οι άλλοι μαγειρεύουν –έχοντας προηγουμένως κόψει λαχανικά από τον κήπο της Λουκίας-, πηγαινοέρχονται, ανοίγουν κρασιά. Ο Γεωργούλας, ο Αντρέι, η φωνή της Μόσχας. Γελάει. Κλαίει. Περιγράφει και είναι ψύχραιμη. Δεκτική, ανοίγει τον κόσμο της. Όχι, έχω άδικο, δεν είναι ψύχραιμη, φέρει μια στωικότητα ο λόγος, το βλέμμα και η σιωπή της. «Αντε, θα έρθετε;», φωνάζουν; «Τυχαίο; Δεν νομίζω;», θα ξαναπεί. Θα φάει με όρεξη, θα πιεί κρασί, θα καταφέρει κι έναν πύραυλο Algida, από εκείνους που της αρέσουν.

Την επόμενη μέρα θα πηγαίναμε στη Χαλκίδα, χρόνια είχε να πάει, θα το ήθελε πολύ. Κοιμήθηκα χαρούμενος με τούτο το ξαφνικό ραντεβού που έκλεισα. Εκείνη κι εγώ, θα τρώγαμε παγωτό. Ξύπνησε χωρίς πολλή διάθεση, ακύρωσε το ραντεβού, ήμασταν πλέον φίλοι κι ανάμεσά μας δεν χωρούσαν δικαιολογίες. Καθίσαμε να φάμε τηγανητά, ο ίσκιος της μουριάς υπέροχος. Στο τραπέζι βρίσκεται το πιρούνι που της χάρισε ο Ταρκόφσκι όταν θα ερχόταν επιτέλους ο Γεωργούλας στη Μόσχα. Τι δουλειά είχε το πιρούνι εκεί; Τυχαίο; Δεν νομίζω.
Τρείς μήνες μετά, θα ξαναβρισκόμασταν στο ίδιο σπίτι, μέσα αυτή τη φορά. Ο τούρκος παίζει δυνατά στην τηλεόραση, η συζήτηση για την επικαιρότητα κυλά σαν να είμαστε πανελίστες έγκυρου ειδησεογραφικού δελτίου. Το τζάκι μουρμουρίζει, η Μαρία γελάει, μόνο γελάει. Όταν θυμώνει, θυμώνει για συγκεκριμένο λόγο: για εκείνους που πληγώνουν την ανιψιά της. Ημασταν πλέον οικογένεια κι έτσι μπορούσαμε να συζητάμε για εκείνα που οι άλλοι κρατούν κρυφά.
Η καπετάνισσα είχε σταθερές θέσεις: καθόταν πάντα σε συγκεκριμένες καρέκλες. Καμωνόταν αδιάφορα πως δεν την ενοχλούσε αν καθόσουν στη θέση της αλλά ήξερε ότι κάποιος θα σου το «σφυρούσε». Θα σηκωνόσουν. Όπως όταν τελείωσε η παράσταση «Μάουζερ». Πέρυσι. Εκεί τη γνώρισα πρώτη φορά, να υποδύεται δωρικά τον κατήγορο, να αναφέρεται στην Τασκένδη, στον εμφύλιο, στο μίσος. Eζησε μια ζωή (μια από τις τρεις που ρούφηξε) με αγάπη, μόνο αγάπη. Αλλά στον γάμο δεν μπορούσε να έρθει, είχε παράσταση. «Αχ, να μην το ΄ξερα». Ημασταν φίλοι και τη θέλαμε κοντά μας.
Μόνο αγάπη για το πιο μεγάλο κορίτσι που γνώρισα ποτέ. Θα σε θυμάμαι για πάντα.




Όμορφο..